Auxlang
Θάνος Σταθόπουλος

 


⁰¹ Paul Zografakis, In conversation with …
⁰² Μαίρη Ζυγούρη, There will be always something between us / Be active


Η τακτική της ομάδας Solutionartemporary να εντοπίζει «κενές εστίες» σε ευρωπαϊκές πόλεις και να προβαίνει στην προσωρινή κατάληψή τους και κατοίκηση μέσα από καλλιτεχνικές δράσεις in-situ, αποτελεί ίσως κοινό τόπο στην Ευρώπη και δη στο Βερολίνο, απ’ όπου προέρχεται η συγκεκριμένη ομάδα καλλιτεχνών. Στην Αθήνα το φαινόμενο καταλήψεων με αντίστοιχο περιεχόμενο εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 για να σβήσει μάλλον άδοξα λίγο αργότερα. Κάποια αναζωπύρωση παρουσιάστηκε ξανά την τελευταία πενταετία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την κατάληψη της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, από την ομάδα Reconstruction Community, το 2006.

Δεν είναι απολύτως σαφές με ποιον τρόπο η Solutionartemporary (Benjamin Altermatt, Daniel Kemeny) εντόπισε την εγκαταλελειμμένη τριώροφη κατοικία της οδού Κόδρου, στην Πλάκα — ένα έξοχο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’30 — σχεδιασμένη από τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Πάντως, προχώρησε άμεσα στην κατάληψή της, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται.

Η σημασία παρόμοιων εγχειρημάτων είναι παραπάνω από προφανής, όχι μόνο σε σχέση με την εικαστική ζωή ή τις εξωθεσμικές δράσεις οι οποίες συχνά απελευθερώνουν πολύτιμο δυναμικό και ενέργεια, αλλά και με την ελεύθερη, δημιουργική χρήση κλειστών και άδειων χώρων και τη νοηματοδότησή τους στον ασφυκτικό κλοιό της πόλης, ώστε το μόνο το οποίο χρειάζεται να επισημανθεί είναι η επιτακτική ανάγκη της συνέχειας.

Εκτός αυτού, όμως, η έκθεση που προέκυψε από τη «διάρρηξη», τη «συγκατοίκηση», τον διάλογο και τη συνεργασία των καλλιτεχνών (Benjamin Altermatt Δημοσθένης Αγραφιώτης, Νίκος Γουλής, Farida El Gazzar, Γεωργία Δεσύλλα, Μαίρη Ζυγούρη, Δημήτρης Ιωάννου, Στέλιος Καραμανώλης, Μαργαρίτα Καταγά, Daniel Kemeny, Εύα Μιχαλάκη, Σήφης Λυκάκης, Ντόρα Οικονόμου, Otolab, Τερέζα Παπαμιχάλη, Κώστας Ρουσσάκης, Paul Zografakis) υπήρξε συγχρόνως υποδειγματική, από κάθε άποψη. Η εύστοχη επιμέλεια της Μαργαρίτας Καταγά και της Τερέζας Παπαμιχάλη ως προς την ανίχνευση, τη συγκρότηση και την επικουρία μίας άλλης κοινής γλώσσας επικοινωνίας — όπως δηλώνει ο τίτλος της έκθεσης — δεν θα μπορούσε, υποθέτω, παρά να είναι αποτέλεσμα της άμεσης συνομιλίας των προθέσεών της με τα έργα και τον χώρο. Αν και τούτο είναι προϋπόθεση κάθε επιμέλειας, στη συγκεκριμένη περίπτωση παρουσιάζεται εξαιρετικά συμπαγές, εφόσον προκύπτει στην κυριολεξία από κοινές και ταυτόχρονες εμπειρίες καλλιτεχνικής κατοίκησης.

Η έκθεση εκτάθηκε από το ισόγειο έως τον δεύτερο όροφο της οικίας εκμεταλλευόμενη και αξιοποιώντας όλους τους χώρους και τα δωμάτια: την αυλή στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου (όπου προβαλλόταν σε τηλεόραση το video του Paul Zografakis, In conversation with…, με τις ζωντανές συνεντεύξεις των καλλιτεχνών και των θεατών της έκθεσης προς αυτόν, αλλά χωρίς ήχο, βουβό, κρατώντας αυστηρά in cognito το περιεχόμενο των εξομολογήσεών τους —μία παρωδία των αμερικανικών talk show κι ένα σχόλιο για την αυθεντικότητα της τηλεοπτικής και όχι μόνο περσόνας), τις σκάλες (με το αρμονικά επαναλαμβανόμενο κυκλικό μοτίβο, από την κουπαστή του κλιμακοστασίου ως τον δεύτερο όροφο, της τοιχογραφίας της Γεωργίας Δεσύλλα) τους διαδρόμους, το λουτρό (το οποίο ο Otolab μεταθέτοντας τα στοιχεία του το μετατρέπει σε game room με ήχο και computer monitor). Όλα τα έργα που παρουσιάστηκαν, εκτός του ότι ήταν πραγματικά υψηλού επιπέδου, ανέπτυξαν ευρηματικά τη σχέση τους με τους χώρους του κτιρίου, σε έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ τους. Η φαντασιακή καθημερινότητα του κτιρίου μέσα από την οπτική του Νίκου Γουλή, τα in-situ σχέδια της Farida El Gazzar, η χρωματική τονικότητα της παλέτας του Δημήτρη Ιωάννου ως ένα παιγνίδι με το οικείο και το ασυνήθιστο, η φωτογραφική στίξη των προσωπικών αντικειμένων της Ντόρας Οικονόμου ανά τους χώρους του σπιτιού, η ανασύσταση της μνήμης του πρώτου έλληνα ντανταϊστή, και άλλοτε κατοίκου της Πλάκας, Θάνου Μούραη Βελούδιου, από τον Δημοσθένη Αγραφιώτη, η εμμονή του χρόνου στην εγκατάσταση της Εύας Μιχαλάκη με το προσωπικό ημερολόγιο και το ξυπνητήρι, ή τα σχέδια εν είδη ημερολογίου του Benjamin Altermatt. Ίσως, όμως, περισσότερο απ’ όλα η εγκατάσταση-παρέμβαση της Τερέζας Παπαμιχάλη στο σαλόνι του δευτέρου ορόφου (και ένα από τα πιο αξιοσημείωτα έργα της έκθεσης) συνιστά μία συναισθηματική προσέγγιση του χώρου, εντός του μινιμαλισμού της, με κύριους άξονες την απώλεια ζωής και την έλλειψη. Οι performance της Μαίρης Ζυγούρη και των Σήφη Λυκάκη και Στέλιου Καραμανώλη, που επιτελέστηκαν σε διαφορετικές μέρες, στα όρια του αυτοσχεδιαστικού-διαδραστικού, αν και, ως εκ τούτου, κάπως μετέωρη ως προς την έκβαση, η πρώτη (There will be always something between us / Be active), και του αναπάντεχου και υπολογισμένου, η δεύτερη (Το πορτραίτο ενός φίλου) ενεργοποίησαν τη συμμετοχή του κόσμου λειτουργώντας απελευθερωτικά. Τέλος, ειδική μνεία αξίζει στην κατασκευή του Κώστα Ρουσσάκη με την επαναλαμβανόμενη φιγούρα του playmobil, ως αναγνωρίσιμου σημείου της μαζικής κουλτούρας, να μετατρέπεται σε απολύτως προσωπικό τόπο. Ένα έργο το οποίο νομίζω ότι θα μπορούσε να σταθεί επάξια εντός οποιουδήποτε εκθεσιακού πλαισίου.

Το κείμενο της Μαργαρίτας Καταγά επέχοντας θέση έργου εκτιμά τις συντεταγμένες του εγχειρήματος και διερευνά την έννοια του συμπληρωματικού που διατρέχει τη λογική του Auxlang. Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και απρόοπτες εκθέσεις, η οποία πέρασε μάλλον απαρατήρητη.


Περισσότερα: www.solutionartemporary.com.