Σάββας Χριστοδουλίδης
Μαργαρίτα Καταγά


 

Σάββας Χριστοδουλίδης, Dogs Smelling Tulips, 2008. Παραχώρηση της γκαλερί ΑΔ, Αθήνα.


Το πολυσχιδές έργο του Σάββα Χριστοδουλίδη μοιάζει να ακολουθεί διεξοδικά την πορεία του χρόνου για να ορίσει μία νέα πραγματικότητα στον ενεστώτα χρόνο. Σύμφωνα με δηλώσεις του ιδίου: «Η πραγματικότητα είναι πολλαπλά στοιχεία … Η πραγματικότητα δεν είναι κάτι συγκεκριμένο … Είναι τα πάντα …». [i] Στην τέταρτη ατομική του έκθεση, στην γκαλερί ΑΔ, το στοίχημα της σχέσης μεταξύ χρόνου και πραγματικότητας (και τελικά και της σχέσης των δύο με την αλήθεια) φέρνει στο νου τη θέση περί «στιγμής» των Rupnel και Bachelard, ότι «η στιγμή μπορεί να θεωρείται η μοναδική πραγματικότητα του χρόνου» και επίσης «για να απαρτιστεί μία πλήρης ανάμνηση, χρειάζεται η ανάμνηση πολλών στιγμών». [ii]

Με μία εξαιρετική «συμβολική» δυναμική ο Κύπριος καλλιτέχνης χτίζει τη στιγμή του χρόνου με «ανατριχιαστικές» λεπτομέρειες. Οι τρισδιάστατες γλυπτικές συνθέσεις από ανακτημένα αντικείμενα (objets récuperés) oρίζονται από τη διττή φύση τους, την αυθαίρετη ταυτότητά τους και την ασαφή προέλευσή τους. Ο χώρος όπου διαδραματίζονται οι πράξεις των ηρώων των μνημειακών αυτών γλυπτών διαφαίνεται μυστηριακός. Μία πολυδύναμη ρητορική υποβάλλει την αίσθηση μιας ζοφερής ατμόσφαιρας μέσα στην οποία καλλιεργείται αλλά ταυτόχρονα καταδικάζεται η έννοια της επιθυμίας.

Με σκωπτική ευρηματικότητα, η καλλιτεχνική κίνηση του assemblage, του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων — κύριο χαρακτηριστικό του έργου του καλλιτέχνη — ορίζει τη συνύπαρξη ανάμεσα στο φτηνό, λαϊκό πορσελάνινο άγαλμα με καθημερινά αντικείμενα, τα οποία μεταμορφώνονται σε καλλιτεχνικά υλικά. Προκλητικά θεατρικές συνθέσεις πλάθουν ένα αμάλγαμα εικόνων για το memento mori, τη θνησιμότητα της φύσης του ανθρώπου, τα ολισθήματα και τελικά την ανεπάρκεια της ζωής.

Εικόνα vanitas και ματαιοδοξίας προδίδει η μορφή του μικροσκοπικού αγοριού το οποίο προσεύχεται τοποθετημένο πάνω σε μία ζυγαριά που φιλοξενεί τα κατεστραμμένα μέλη ανθρωπίνων υπάρξεων. Οι πορσελάνινες μορφές ακροβατούν ανάμεσα σε ένα υποθετικά ένδοξο παρελθόν και προσγειώνονται στην εκάστοτε καθημερινή στιγμή ανάλογα με τη βάση και το πλαίσιο στο οποίο στηρίζονται. Η βάση έχει τη μορφή τεχνήματος θέτοντας ερωτήματα σε σχέση με τη λειτουργική διάσταση του έργου τέχνης και των ορίων της διάστασης αυτής.

Η συνεύρεση και η συνύπαρξη υπολειμμάτων και στοιχείων από την καθημερινότητα ορίζουν τη μορφολογική ανάπτυξη του εκάστοτε έργου. Στα γλυπτά του Σάββα Χριστοδουλίδη κάθε στοιχείο ορίζεται μέσα από την ασυνέχεια που χαρακτηρίζει το «όλο». Ένα κορίτσι κάθεται σε ένα βαρέλι και δέχεται επίθεση από ένα μεγάλων διαστάσεων πτηνό, στο πάτωμα ένας ελέφαντας σπάει επιθετικά μία γυάλινη σφαίρα, στον τοίχο ένα ζεύγος ξεπροβάλλει δειλά μέσα από ένα οχυρωμένο περιβάλλον. Ο Χριστοδουλίδης αγγίζει και μεταπλάθει τα όρια, τόσο του εφήμερου όσο και της ίδιας της έννοιας της καταστροφής και μοιάζει να ανασυγκροτεί — στα χνάρια της φιλοσοφίας του Beuys περί της κατασκευαστικής δημιουργίας — μία καινούργια αρχή ή μάλλον μία καινούργια στιγμή. [iii] Κάθε υβριδική φόρμα που καταθέτει μου δίνει την αίσθηση ότι αγγίζει τα όρια ενός «μπρετονικού» αυτοματισμού. Προκύπτει στην ουσία ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι της αναρχίας της ψυχής.

Ο Χριστοδουλίδης γνωρίζει σε βάθος την «ιστορία» απεξάρτησης του έργου τέχνης από τις αισθητικές του ιδιότητες, την υιοθετεί, την καθρεφτίζει και τη σχολιάζει, για να γυρίσει και πάλι στις προσωπικές του μεταφυσικές ανησυχίες που αφορούν την ανεύρεση της στιγμής, τη συνέχεια του ροής του χρόνου, καθώς και του χρονικού κενού που χωρίζει τις στιγμές. Παραμένει πιστός στη διαλεκτική και ποιητική ενασχόληση με θέματα που αφορούν το ξέφτισμα του χρόνου, την πολλαπλότητα της εικόνας και τις εξουσιαστικές δομές γύρω από αυτήν. Αλλά η εσωτερικότητα και η σιωπηλή ύφανση των αισθημάτων μοιάζει σαν να μεταποιήθηκε προς την υπερβολή για να μεταδώσει πιο έντονα φάρσες και δράματα. Με πρωταγωνιστές αγόρια και κορίτσια, υπηρέτες, ζώα της «αστικής» ζωής, κινέζες, νεκρές φύσεις, τον ήρωα André Breton.

Οι πολλαπλές και ανοιχτές οι αφηγήσεις στο έργο του Χριστοδουλίδη, ελαχιστοποιούν την απόσταση ανάμεσα στην εσωστρέφεια του υπαρξιακού στοιχείου της ζωής και την υπερβολή που ενυπάρχει στη σάτιρα και το μαύρο χιούμορ. Βλέποντας το αγνό και γκροτέσκο γλυπτό με τον μικρό πίθηκο, καθισμένο σε ένα ψηλό τραπέζι αγκαλιά με αφίσα από κάποιο κέντρο τέχνης του πλανήτη, θυμήθηκα το πιθηκάκι με το όνομα Bubble, τον Michael Jackson, τον Jeff Koons, την πληθώρα κιτς ερεθισμάτων της δεκαετίας του ’80, και τη μελαγχολική ύφανση της ζωής και των στιγμών που προσφέρει ως ολική εμπειρία το πνευματικό, μεταφυσικό έργο του Χριστοδουλίδη.


[i] Συνέντευξη με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, Athens Art Review (www.athensartreview.org/bissues/en/a-issue12_en.pdf).
[ii] G. Bachelard, Η Εποπτεία της Στιγμής, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1997.
[iii] ΚΒ Πρώιμος, «Μύθος και Πραγματικότητα στο έργο του Joseph Beuys», περιοδικό Cogito, Οκτώβριος 2007.