What Do Pictures Want?
Γεωργία-Μάγκυ Τουλιάτου
⁰¹ Νίκος Αλεξίου, San Marco di Venezia, 2010. Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς.
⁰² Nan Goldin, Αpocalyptic Sky Over Manhattan, NYC, 200, τύπωμα cibachrome, 76 × 102 cm
⁰³ Νan Goldin, The Lonely Tree, Sweden, 2008, τύπωμα cibachrome, 102 × 152 cm
⁰⁴ Megan and Murray McMillan, What We Loved and Forgot: 2010, εγκατάσταση με ξύλο, κόντρα πλακέ, πλαστικό, διαστάσεις μεταβλητές
⁰⁵⁻⁰⁶ Απόψεις εγκατάστασης της έκθεσης «Space is the Place», Αθήνα
⁰⁷ Louise Bourgeois, Avenza Revisited II, 1968–69. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδος και των γκαλερί Hauser & Wirth και Cheim & Read, Νέα Υόρκη. Φωτογραφία: Christopher Burke.
⁰⁸ Louise Bourgeois, Deux figures qui portent un object, 1950. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδος και των γκαλερί Hauser & Wirth και Cheim & Read, Νέα Υόρκη. Φωτογραφία: Christopher Burke.
⁰⁹ Sarah Lucas, Nud Cycladic (15), 2010. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδος και της γκαλερί Sadie Coles HQ, Λονδίνο. Φωτογραφία: Julian Simmons.
Μνήμη-που-ράβει. Ράβω με ό,τι βρω. Stapler, tape, καρφιά, cut and paste. Βελόνες με κλωστές, καρφίτσες, σάλιο. Στην ερώτηση «τι θέλουν οι εικόνες;» θα απαντούσα με φυσικότητα και ευκολία, «λίγο ράψιμο» — τα κενά, μέσα και ανάμεσά τους, είναι μεγάλα ακόμα. Ράβω με μολύβια, οι ίδιες, ακριβείς, επαναλαμβανόμενες κινήσεις στο χαρτί, μέρες τώρα στο διαμέρισμα του 6ου ορόφου, που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, της πόλης που κάνει την κάθε πράξη να μοιάζει ανώφελη, την κάθε επιθυμία να μοιάζει θλιμμένη.
Κάποιοι καλλιτέχνες επίσης ράβουν, άλλοι πάλι κεντούν και κάποιοι άλλοι μεταμορφώνουν τη συρραφή καθεαυτή στα όρια ενός ταξιδιού. «Από κάθε μου ταξίδι, όσο σύντομο και να ’ναι, γυρίζω σαν από βαθύ ύπνο γεμάτο όνειρα — σε μια σύγχυση ανθρώπου που βγαίνει από νάρκη, με τις αισθήσεις κολλημένες τη μια πάνω στην άλλη», λέει ο Pessoa στο Βιβλίο της ανησυχίας — αν και εδώ δεν χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς για να νιώσει έτσι — αλλά αυτό που λέω είναι ότι με μερικούς καλλιτέχνες συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Γυρίζουν από ένα ταξίδι σαν από ένα λουτρό, σε μια κατάσταση ήρεμης ενάργειας, με τις σκέψεις τους να ρέουν σε συνεπή ακολουθία. Κάπως έτσι συμβαίνει με τον Νίκο Αλεξίου, όπως φαίνεται από την εγκατάστασή του από μεγάλες εκτυπώσεις σε χαρτί, στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. Αν παρακολουθήσουμε το αρχιτεκτονικό σχέδιο βλέπουμε ότι πρόκειται για την κάτοψη της πλατείας και του Ναού του Αγίου Μάρκου, στη Βενετία. Αλλά οπωσδήποτε αυτή είναι μια από τις αφηγήσεις που μεταφέρει το έργο του, δεν θέλω να σταθώ εδώ.
Υπό τον τίτλο San Marco di Venezia, ο Αλεξίου δημιουργεί ένα τοπίο που ισορροπεί μεταξύ του φυσικού χώρου και της ιδεατής γεωμετρίας του. Ο ιδιότυπος αυτός χάρτης από άδειες κατόψεις, σύντομα οδηγεί το σχέδιο, μέσω της επαναληπτικής οργάνωσης του διακοσμητικού κυττάρου, στη δημιουργία μοτίβων. Αποτυπώνοντας επιμελώς το διακοσμητικό πλέγμα της πλακόστρωσης και των ψηφιδωτών δαπέδων εντός και εκτός του ναού (πλατεία, παλάτι του δόγη, στοές και στενά που πλαισιώνουν την πλατεία του Αγίου Μάρκου) και «τοποθετώντας» τη μελέτη-έργο στο δάπεδο, υφαίνει μερικές ακόμα αφηγήσεις, που μιλούν για μια παγίδα, ένα δίχτυ προστασίας, ένα παιχνίδι.
«What do pictures want?» Κοφτά και επαναληπτικά η φράση ηχούσε στο μυαλό μου το απόγευμα των εγκαινίων της έκθεσης της Nan Goldin, στην Αίθουσα Ρεβέκκα Καμχή. Οι φωτογραφίες, για τις οποίες είναι γνωστή από την έκθεσή της στην Whitechapel του Λονδίνου, το 2001, έμοιαζαν με τάματα: Μπορντό τείχος, κρεμασμένες σε διαφορετικής τεχνοτροπίας και άνισου μεγέθους κορνίζες, εικόνες ενός κόσμου που γλιστράει στην κλεψύδρα του εφήμερου. Τώρα, πάνω σε ένα λευκό τοίχο, και μέσα από μεσαίου προς μεγάλου μεγέθους πανομοιότυπες κορνίζες, αντί για σεξ, ναρκωτικά και τη ζωή στην κόψη του ξυραφιού, απλώνονται ηλιοβασιλέματα, στεγνώνουν τοπία, χορεύουν παιδιά, ανάμεσα βρίσκεται και ένας καμένος σκύλος σε ξύλινη προθήκη.
Σα να τις ανακαλεί αυτές τις εικόνες μια μνήμη-απολίθωμα από όστρακο, μνήμη γεμάτη χειρουργικά εργαλεία, μνήμη-πειραματόζωο, μνήμη-μπλε φως, έντομο ανάποδα. Κέλυφος κάτω, κεραίες, πόδια και χέρια στον αέρα, οι εικόνες αυτές δεν μοιάζουν νοσταλγικές. Μνήμη ζεστή, σμήνος ήχων μαζεύονται πάνω από την επιφάνεια του γλυκού νερού της, λίγο μετά, μνήμη παρανάλωμα του πυρός. Μια παράξενη αίσθηση απλώνεται στο δέρμα μου, σα να φοράω τη μπλούζα μου ανάποδα, το μέσα έξω, το μπρος πίσω, το πάνω κάτω, μνήμη που μεταφέρει παραισθήσεις: την αιφνίδια υποψία ότι κάτι πηγαίνει τρομακτικά λάθος με τον κόσμο. Είναι εικόνες που μεταφέρουν παραισθήσεις, εικόνες από τον ύπνο ενός κόσμου που υπήρξε περισσότερο απλός, περισσότερο οδυνηρός απ’ ό,τι νομίζαμε.
Γκαλερί Qbox. Οι Megan και Murray McMillan παρουσιάζουν μια εγκατάσταση με τον τίτλο What We Loved and Forgot. Πρόκειται για την κατασκευή μεγάλων πλαστικών κίτρινων κρίνων, του είδους εκείνου που στο φυσικό κόσμο ανθίζουν με την ανατολή και μαραίνονται με τη δύση του ήλιου, ενώ την επόμενη ημέρα το μαραμένο άνθος αντικαθίσταται στον ίδιο μίσχο από ένα άλλο. Οι ίδιοι θα πουν πως οι κίτρινοι κρίνοι τούς θυμίζουν ένα επεισόδιο από το Εκατό χρόνια μοναξιάς του Marquez, όπου μετά τον θάνατο του José Arcadio Buendía βρέχει κίτρινα λουλούδια, τα οποία, σιγά-σιγά σκεπάζουν την πόλη.
Άκαμπτοι (τίποτα δεν θα συμβεί με την ανατολή του ηλίου) οι κρίνοι δημιουργούν μία εσοχή από την οποία μπαίνει κανείς στο χώρο όπου υπάρχει ένα video. Βλέπω έναν άνθρωπο να σηκώνεται από μια πολυθρόνα, να περπατά σε μια ράμπα και να εξαφανίζεται, δύο άτομα να κατασκευάζουν έναν κρίνο, μια γυναίκα να μαγειρεύει στη κουζίνα του σπιτιού — δεν καταλαβαίνω. Δεν προσπαθώ. Δεν χρειάζεται κανείς να τα καταλαβαίνει όλα, σκέφτομαι, και νιώθω μια αδιόρατη απόλαυση από αυτή τη σκέψη.
Lo and behold. Η νέα ομάδα παρουσίασε στο χώρο About την ομαδική έκθεση Space is the Place, σε επιμέλεια της Αρτέμιδος Ποταμιάνου. Εδώ τα θέματα που προσεγγίζονται είναι σαφή (ο αρχιτεκτονικός χώρος, ο χώρος που ορίζεται σε σχέση με το σώμα, η γεωγραφική / πολιτιστική του ταυτότητα, το ανοίκειο, ο ουτοπικός χώρος, η επιφάνεια ως πρώτη ύλη δημιουργίας εικαστικού αντικειμένου), ενώ ο ερευνητικός χαρακτήρας των έργων είναι ανοιχτός, είτε η προσωπική έρευνα του καθενός από τους δώδεκα καλλιτέχνες που συμμετέχουν (Wolfgang Berkowski, Erik Binder, Marko Blazo, Γιάννης Γρηγοριάδης, Θάνος Κλωνάρης, Αλέξανδρος Ψυχούλης, Christoph Raitmayr, Γιάννης Σαββίδης, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Magnus Thierfelder, Rui Toscano και Italo Zuffi), είναι οικεία είτε όχι.
Καμμία επιστημονική φαντασίωση δεν βρίσκει ικανοποιητικές συνθήκες υλοποίησης σε αυτά τα έργα, καμία ψυχολογική παρέκκλιση δεν επωάζεται. Το ίδιο και στα έργα της Louise Bourgeois που παρουσιάζονται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Εκεί, μεταξύ άλλων, είδα έργα από την πρώτη της έκθεση στη Peridot Gallery, το 1949, που τότε είχε τον τίτλο, Louise Bourgeois, Recent Work 1947–1949: Seventeen Standing Figures in Wood.
Είναι κλισέ να πει κανείς ότι η δουλειά της Bourgeois περιέχει σεξουαλικά υπονοούμενα, κυρίως όταν η ίδια πίστευε ότι η σεξουαλικότητα αποτελεί μόνο μια περιοχή όπου βρίσκει την ιδιαίτερη ποιότητα της ευαισθησίας και της ευθραυστότητας που την ενδιαφέρει. Ο πόνος, η κατάθλιψη και η αϋπνία λαξευμένες σε μάρμαρο; Μόνο και μόνο από αυτό, αναγνωρίζει κανείς στη Bourgeois (είτε την καταλαβαίνει είτε όχι) ότι δημιούργησε (μαζί με την Meret Oppenheim) ένα συμβολικό λεξικό στο οποίο, προσωπικές εμπειρίες μεταφράζονται σε εικόνες. Η ίδια είχε πει: «Τα σύμβολα είναι άδεια δοχεία, αποκτούν σημασία μόνο με το ειδικό βάρος εκείνου που βάζεις μέσα σε αυτά — προσωπικά σύμβολα σημαίνουν προσωπικό αλφάβητο — η μοναδικότητά μας είναι όλα όσα έχουμε».
Αντικείμενα σαν το Paddle Woman ανακτούν μαγικές ιδιότητες καθώς συνδέονται με προσωπικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, κι αυτό γιατί «η παιδική ηλικία ποτέ δεν χάνει τη μαγεία της, ποτέ το μυστήριό της, κυρίως, ποτέ το δράμα της». Παρόλο που η Bourgeois περιγράφει τον εαυτό της ως ένα άτομο χωρίς μυστικά, γι’ αυτήν, η γλυπτική είναι ένα όργανο εξορκισμού και παράλληλα ένα εξαγνισμένο μέρος για να εργαστεί πάνω στις τραυματικές εμπειρίες της παιδικής της ηλικίας. Υπό αυτή την έννοια, η δουλειά της συνδέεται άμεσα με τη μνήμη και, ακόμη περισσότερο μέσα από τις εγκαταστάσεις της, ο χώρος της μνήμης μετατρέπεται σε ένα θέατρο.
Ομοίως, είναι κλισέ να πει κανείς ότι η Sarah Lucas είναι εμμονική με το ζήτημα της σεξουαλικής ταυτότητας — όχι μόνο είναι ξεπερασμένο, αλλά και βαρετό. Η αλήθεια είναι πως για πολύ καιρό η ίδια μου φαινόταν βαρετή, ένα τυχερό κορίτσι που δεν έχει τίποτα να πει, και αυτό αρκούσε για να εξηγήσει την προκλητική επιθετικότητα με την οποία περιφερόταν τη δεκαετία του ’90 στο Λονδίνο. Τυχερή: Βρέθηκε στο σωστό σημείο, τη σωστή στιγμή. Μέχρι που είδα μια φωτογραφία της (στο μπολ μιας βρομερής λεκάνης έχει γράψει με καφετιά γράμματα «Is suicide genetic?») και σκέφτηκα πως επιτέλους ηρέμησε και τα κατάφερε: Άγγιξε πραγματικά την ακραία σχέση μεταξύ της γοητείας που μπορεί να ασκήσει η αποστροφή, του απαίσιου και ταυτόχρονα ελκυστικού, στρέφοντας απλώς την προσοχή στο ίδιο το περιεχόμενο του σώματός μας.
Στη σειρά έργων Nuds, που επίσης παρουσιάζονται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, είδα τη συνέχεια του εξαιρετικού Penetralia, και σκέφτηκα ότι, εις λύπη όλων των θεωρητικών της τέχνης που τη χάιδευαν με ναρκισσιστικά κείμενα, η Sarah δεν αποτελεί πλέον άλλοθι για τον αυτοθαυμασμό τους. Η δουλειά της, αυτήν τη φορά με μια ευγένεια που την κάνει διφορούμενη, βρίσκεται πλέον στο σημείο εκείνο που δεν χρειάζεται την επιστημονική προσέγγιση κανενός. Οργανικά αντικείμενα τοποθετημένα σε βάθρα, πάντα αναφορικά ως προς τα όργανα του σώματός μας, διεκδικούν, αν όχι τον θαυμασμό, τον σεβασμό μας. Η παρουσίαση σού υποβάλλει την αποστασιοποίηση, τα αντικείμενα δίνουν την αίσθηση ότι βρίσκονται σε κατάσταση σιωπηλής, διαρκούς περιστροφής προς τον εαυτό τους. Κοιτώντας τα από μακριά αναρωτιέμαι τι είδους κουκούλια είναι αυτά, πού βρέθηκαν, ποιος τα έχει συλλέξει και για πόσο καιρό μείνανε κλεισμένα σε ειδικές γυάλες στο εργαστήριο μέχρι να μπορέσουν να αντέξουν τις ατμοσφαιρικές συνθήκες του χώρου της έκθεσης. Μεταξύ του ιερού και του φετιχιστικού, της επιδειξιμανίας και του απαραβίαστου, η Sarah Lucas δεν τοποθετεί μια λεπτή γραμμή, αφήνει μόνο ένα σύντομο, ανάλαφρο γέλιο.
Ο τίτλος αυτού του κειμένου είναι δανεισμένος από το βιβλίο του WJT Mitchell, What Do Pictures Want?: The Lives and Loves of Images (The University of Chicago Press, 2005).
Η έκθεση του Νίκου Αλεξίου San Marco di Venezia παρουσιάστηκε στην γκαλερί Ζουμπουλάκη από τις 8 έως τις 30 Απριλίου 2010, η έκθεση της Nan Goldin στην γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή από τις 19 Μαρτίου έως τις 29 Μαΐου 2010, η έκθεση των Megan and Murray McMillan What We Loved and Forgot, στην γκαλερί Qbox, από τις 20 Μαρτίου έως τις 18 Μαΐου 2010, η έκθεση που διοργάνωσε η ομάδα Lo and Behold (www.loandbehold.gr) Space is the Place, στο χώρο About, από τις 26 Απριλίου έως τις 28 Μαΐου 2010, και οι εκθέσεις της Louise Bourgeois Personages και της Sarah Lucas Nuds, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, από τις 12 Μαΐου έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2010. Η Γεωργία-Μάγκυ Τουλιάτου είναι εικαστικός και μεταδιδακτορική ερευνήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.